Πάντα κούρσευαν άλλωστε οι νεκροί (Κατερίνα Καριζώνη)

Χώρα Αποσκιαδερή. Μεγάλο Αλγέρι. Έτσι ονόμαζαν τη Μάνη τότε. Εξαιτίας του κούρσου.Τότε που κούρσευαν τα πλοία. Άντρες, γυναίκες, γέροι, παιδιά έπεφταν όλοι μαζί στα νερά, άλλοτε με σκαριά κι άλλοτε κολυμπώντας ύπουλα μες στο σκοτάδι κι άρπαζαν πλήρωμα κι εμπόρευμα. Οι Κακαβούληδες. Οι πειρατές με τα σιδερένια σκουφιά. Έστηναν ενέδρες στα πλοία που πλησίαζαν στις ακτές, κουκουλώνοντας τους φάρους με πανιά, και τα ‘ριχναν στα βράχια. Δεν είχαν τίποτε καλύτερο να κάνουν. Η γη γεννούσε μόνο πέτρες. Και λίγο λάδι – όσο για τα καντήλια και τις πληγές. Ακόμα και οι καλόγεροι κούρσευαν. Ακόμη και οι νεκροί. Πάντα κούρσευαν άλλωστε οι νεκροί. Τρυπώνουν στις ψυχές μας και μας κλέβουν τη γαλήνη.

Κατερίνα Καριζώνη, Μεγάλο Αλγέρι, σ. 13

8 σκέψεις σχετικά με το “Πάντα κούρσευαν άλλωστε οι νεκροί (Κατερίνα Καριζώνη)

  1. Ε, μα δεν είναι καταπληκτική αυτή η παράγραφος; Νομίζω, όμως, ότι θα ‘πρεπε να δώσεις περισσότερο κείμενο για να καταλάβει ο αναγνώστης ότι η Κατερίνα μιλάει για τη μανιάτικη γη.

  2. Α, νόμιζα ότι σου έδωσε η Κατερίνα το βιβλίο μετά. Ήταν οι φράσεις που σημείωσες την Κυριακή το μεσημέρι;

    Τρέχω να σου βρω την υπόλοιπη παράγραφο.

  3. Κι εμένα και τον έκπτωτο άγγελο. Μόλις τα διαβάσουμε θα κάνουμε ανταλλαγή και μετά νομίζω μας μένει μόνο το Βαλς στην ομίχλη. Εννοείται ότι θα σου δώσω και τα δυο μανιάτικα. 🙂

Σχόλια