Η αγρύπνια της Αφροδίτης

Η αγρύπνια της Αφροδίτης

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Άνοιξη νέα, άνοιξη ωδών, άνοιξη ο κόσμος πάλι,
Άνοιξη οι αγάπες σμίγουνε, άνοιξη τα πουλάκια
και λυεί το δάσος τα μαλλιά με τις βροχές του γάμου.
Αύριο η Μητέρα του Έρωτα μες στις σκιές των δέντρων
πλέκει καλύβες θαλερές με της μυρτιάς βεργούλες,
Αύριο τα δίκια η Διώνη λέει απ’ τον ψηλό της θρόνο.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Τότε απ’ το αίμα του ουρανού κι απ’ τους αφρούς ο πόντος
μέσα απ’ τους γαλανούς χορούς, μέσα απ’ τα
δίποδα άτια κύμα τη Διώνη έπλασε, θαλασσινό νεράκι.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Αυτή την πορφυρή χρονιά πετράδια ζωγραφίζει,
αυτή τις κομπωτές θηλές μες στους καλούς ζέφυρους
βιάζει μπουμπούκια να δεθούν· αυτή τις δροσοστάλες
που αφήνει η αύρα στη νυχτιά σκορπάει φωτός νεράκια·
και τρέμουν δάκρυα λαμπερά στο βάρος τους να πέσουν,
αργή η σταγόνα κρεμαστή κρατιέται απ’ την ακρούλα.
Να, τη ντροπή τους δείξανε τα πορφυρά λουλούδια·
μέσ’ απ’ τις νύχτες καθαρά με τ’ άστρα τα νεράκια
πρωί απ’ τα πέπλα τ’ ανοιχτά βγάζουν θηλές παρθένες.
Αυτή ειπε υγρά μες στο πρωί τριαντάφυλλα να δέσουν·
πλασμένα απ’ του Έρωτα φιλιά κι από της Κύπρης το αίμα
κι απά πετράδια και φωτιές και τις πορφύρες του ήλιου,
αύριο το κόκκινο, που κλειούν στο πύρινο ένδυμά του,
στο υγρό μπουμπούκι του έρωτα δε θα ντραπούν ν’ ανοίξουν.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Αυτή είπε οι Νύμφες, η θεά, να ’ρθούν στο μυρτοδάσος:
Πάει με τις νέες το Παιδί· μα πώς να το πιστέψεις
πως είναι ο έρωτας αργός, όταν βαστάει σαΐτες;
Ελάτε, Νύμφες, δίχως όπλα, αργός ο Έρωτας είναι!
Του είπε, άοπλος να ’ρθει, γυμνός να ’ρθει του είπε,
με τόξο ή βέλος τίποτα, με φλόγα, να μη βλάψει.
Μα, Νύμφες, φυλαχτείτε εσείς, ο Πόθος είναι
ωραίος: όλος είναι όπλα ο έρωτας όσο γυμνός που είναι.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Παρθένες σου ίδιες στη ντροπή μας στέλνει η
Αφροδίτη: παρακαλούμε μόνο αυτό: φύγε, Δηλία Παρθένα,
το δάσος να μη ματωθεί απ’ της θυσίας τα ζώα.
Θα σε παρακαλούσε αυτή, αν λύγαγε η ντροπή σου·
θα σε καλούσε αυτή να ’ρθείς, αν ταίριαζε, παρθένα.
Τρεις νύχτες μέσα στη γιορτή θα ’βλεπες τους χορούς μας
κοπαδιαστά στις συντροφιές τ’ άλση σου να περνάμε
μες στα στεφάνια λουλουδιών, μες στης μυρτιάς καλύβες.
Δήμητρα, Βάκχος, θα ’ρχονται, των ποιητών ο Απόλλων.
Όλη τη νύχτα στη γιορτή κι αγρύπνια μες στους ύμνους:
Στα δάση η Διώνη ας κυβερνά! Εσύ Δηλία, φύγε!

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Κριτήριο πρόσταξε η θεά στητό στα Υβλαία λουλούδια:
Πρωτόθρονη νόμους θα πει, δίπλα της θα ’ναι οι Χάρες.
Ύβλα, λουλούδια σκόρπισε, ό,τι έφερε η χρονιά σου!
Ύβλα, λουλούδια φόρεσε τον κάμπο όλο της Αίτνας!
Θα ’ρθουν οι κόρες των αγρών και των βουνών οι κόρες
κι αυτές που δάση ή σύδεντρα ή βρύσες κατοικούνε:
Είπε όλοι νά ’ρθουν, του Παιδιού του φτερωτού η Μητέρα,
είπε, του Έρωτα και γυμνού οι νέες να μην πιστεύουν.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

κι ήσκιους ν’ απλώνει θαλερούς πάνω στα νέα λουλούδια!

Σαν αύριο ο Ουρανός αρχή ζευγάρωσε στο γάμο.
Να πλάσει όλη τη χρονιά νέφη εαρινά ο Πατέρας,
στον κόλπο γάμου ήρθε βροχή του γόνιμου ταιριού του,
απ’ όπου όλα θα τα ’δινε δετός στο μέγα σώμα.
Αυτή και φλέβες και ψυχή, λεπτή πνοή χυμένη,
βαθιά γεννήτρα κυβερνά με μυστικές δυνάμεις.
Στον Ουρανό, σ’ όλη τη γη, στον απλωμένο
πόντο, η άπαυτη ορμή της ανοιχτήν οδό καρποφορίας
ποτίζει και του κόσμου λέει να βρει της γέννας δρόμους.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Αυτή τους Τρώες της γενιάς τους έκανε Λατίνους·
αυτή κόρη Λαυρεντινή ταίρι έδωσε στο γιο της.
Μετά στον Άρη απ’ το ιερό δίνει σεμνή παρθένα·
αυτή τους γάμους έκανε Ρωμαίων και Σαβίνων,
Ράμνες, Κυρίτες από κει και κληρονόμα γέννα
για το Ρωμύλο Καίσαρα πατέρα, γιο, να πλάσει.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Τους κάμπους τρέφει η ηδονή, οι κάμποι την Κύπρη νιώθουν·
κι ο γιος της Διώνης, ο Έρωτας, λένε, έγινε στον κάμπο.
Αυτή όταν κάρπιζε ο αγρός στους κόλπους της
τον πήρε· αυτή τον τάιζε τρυφερά των λουλουδιών φιλάκια.

Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Να που στα σπάρτα το πλευρό αργά οι ταύροι απλώνουν,
Καθένας ήσυχος κοντά στο ταίρι της αγάπης.
Μέσα στις σκιές βελάζοντας νά ταίρια – ταίρια αγέλες.
Κι είπε η θεά όλα τα πουλιά όλο να κελαηδούνε.
Τώρα όλοι οι κύκνοι την τραχειά φωνή στα βάλτα απλώνουν.
Το ταίρι του Τηρέα απαντάει μέσα στη σκιά της λεύκας
και λες τα πάθη του Έρωτα ταιριάζει η μουσική του,
πως δε θρηνεί την αδερφή που είχε βάρβαρο άντρα
Αυτό, τραγούδι· εγώ, σιωπή. Πότε θα ’ρθεί η άνοιξή μου;
Πότε, χελιδόνι κι εγώ, θα πάψω να σωπαίνω;
Τη Μούσα έχασα στη σιωπή, δε με κοιτάζει ο Φοίβος.
Έτσι οι Αμύκλες άφωνες απ’ τη σιωπή χαθήκαν.
Αγάπη αύριο ο ανέμαθος κι αγάπη ο μαθημένος!

Pervigilium Veneris
(Λατινικό πρωτότυπο. Συγγραφέας και μεταφραστής άγνωστοι)

Σχόλια