Άσμα πρώτο (Δάντης, μετάφραση Μαβίλης / Μαυρίκιος)

Μες στα μισά του δρόμου της ζωής μας
σε μαύρο δάσος βρέθηκα χαμένος
απ’ την ορθή οδό λοξοδρομώντας.
Αχ, πόσο δύσκολο είναι να μιλήσω
για το άγριο αυτό, τραχύ, δύσβατο δάσος,
που η μνήμη του και μόνο με τρομάζει!
Μνήμη πικρή, που αγγίζει, λες, τον Χάρο.
Μα για να πω κι όσα καλά τού βρήκα,
θα ιστορήσω τι άλλο είδα εκεί μέσα.
Πώς τρύπωσα δεν το καλοθυμάμαι,
καθώς μ’ έπιασε λήθαργος την ώρα
που βγήκα απ’ της αλήθειας την πορεία.
Μα φτάνοντας μπροστά σε έναν λόφο
–στην εσχατιά εκείνης της κοιλάδας
που πάγωνε το αίμα μου απ’ τον τρόμο–
κοίταξα πάνω κι είδα τις πλαγιές του
λουσμένες στις αχτίδες του πλανήτη,
που από παντού οδηγεί στον ίσιο δρόμο.
Φάνηκε τότε να κοπάζει ο φόβος
στη λίμνη της καρδιάς, που αναρριγούσε
σε όλο το εναγώνιο νυχτέρι.
Πώς ξέπνοος ναυαγός που αγγίζει ξέρα,
σωσμένος απ’ το πέλαγος, γυρίζει
έντρομος ν’ αντικρίσει τη φουρτούνα,
όμοια η ψυχή μου η κατατρεγμένη
στράφηκε, για να δει ξανά τον τόπο
που άνθρωπο ζωντανό δεν έχει αφήσει.
Αφού έγειρα κατάκοπος μια στάλα,
πήρα την έρημη πλαγιά πατώντας
γερά στο πόδι που έμενε πιο κάτω.
Και να, προς την αρχή της ανηφόρας,
μια λυγερή λεοπάρδαλη, ντυμένη
την πλουμιστή, κατάστικτη προβιά της.
Με τόσο πείσμα μού έφραζε τον δρόμο,
ακίνητη κατάματα κοιτώντας,
που όλο έλεγα να κάνω πίσω.
Ήταν πια μέρα κι ορθωνόταν ο ήλιος
με τ’ άστρα εκείνα που τον συνοδεύουν,
απ’ όταν θεϊκός έρως κινούσε
πρώτη φορά την ομορφιά του κόσμου·
έτσι το φως κι η εαρινή αναγάλλια
μου δώσαν αφορμή καλό να ελπίζω
από το παρδαλό εκείνο αγρίμι·
μα όχι τόσο που να μην τρομάξω,
όταν μου φανερώθηκε ένας λέων.
Τον ένιωθα έτοιμο να μου χιμήξει
έτσι στητό, με πείνα λυσσαλέα,
που έσκιαζε, θαρρείς, και τον αέρα.
Μια λύκαινα αχαμνή ζύγωνε κιόλας,
που ’μοιαζε φορτωμένη με άγριους πόθους
και είχε ήδη καταστρέψει ανθρώπους μύριους.

«Κόλαση», Δάντης Αλιγκιέρι
Έμμετρη μετάφραση: Δημήτρης Μαυρίκιος

ISBN:978-618-5439-17-0 | Σελίδες: 220
Διάσταση: 15,5 x 22,5 | Τιμή: 17

Εναλλακτική μετάφραση Λορέντζος Μαβίλης:

Σ’ της ζωής μας εγώ το μισοστράτι
Βρέθηκα σ’ ένα σκοτεινό ρουμάνι
Γιατί είχα το ίσιο χάση μονοπάτι.
Τι δύσκολα, αχ! κανείς αναθηβάνει
Πως τ’ άγριου λόγγου ήταν τραχειά η σκληράδα,
Που νέα ’ς το λογισμό τρομάρα βάνει.
Μόν’ του θανάτου είν’ πιο πολλή η πικράδα.

Εναλλακτική μετάφραση Κωνσταντίνου Μουσούρου:

Εν τω μέσω της τρίβου του βίου τούτου
Ευρέθην εν σκοτεινώ τινι δρυμώνι
Της γαρ ευθείας οδού παρεξετράπην
Ω, πόσον δεινόν ειπείν ως ην εκείνος
Ο δρυμών τραχύς, άγριος και συνήρης
Ούπερ ή μνημη τον φόβον διεγείρει!
Όντως έστιν ήττον τι πικρός θανάτου.

Παναγιώτης Βεργωτής 1865
Στο μονοπάτι της ζωής μεσοστρατίς φθασμένος, μέσα σε δάσος σκοτεινό εβρέθηκα παντέρμος, κι ο ίσιος δρόμος άφανος εγίνηκε απ’ εμπρός μου.
Αχ! τι λαχτάρα είναι για μέ πικρή να περιγράψω εκειό το έρμο κι άγριο, εκειό το φριχτό δάσος! ‘Όταν εμπρός στα μάτια μου ο λογισμός το φέρει, τρομάζω και το αίμα μου στις φλέβες μου παγώνει, και κρύος είναι ο πάγος μου σαν πάγος του θανάτου…

Κώστας Καιροφυλας 1917
Στο μισό δρόμο της ζωής, εβρέθηκα σ’ ένα σκοτεινό δάσος, γιατί τον ίσιο δρόμο είχα χάσει. Είναι δύσκολο να ειπώ τι ήταν το άγριο και πυκνόδενδρο και απάτητο αυτό δάσος, όταν και μόνη η σκέψη του μου ξαναφέρνει τρόμο. Τον τρόμο μου τον ξεπερνά μονάχα του θανάτου ο τρόμος.

Γιωργής Κάτσιρας 1986
Μες στα μισά του δρόμου της ζωής μας, σε δάσος βρέθηκα σκοτεινιασμένο, γιατί είχα το σωστό δρόμο χαμένο.
Αχ! και τι δύσκολο να το ιστορήσω το θρασεμένο κι άγριο εκείνο δάσος, που φόβο η θύμησή του ξαναφέρνει!
Πικρότερος λιγάκι μόνο ο Χάρος…

Στέφανος Καλοσγούρος 1922
Στης ζωής μου ως ήμουν το μισό ταξίδι, εβρέθηκα σε δάσος σκοτεινιά γεμάτο κι ο αληθινός δρόμος για μένα ήταν χαμένος.
Αχ! και πόσο βαρύ να διηγηθώ πώς ήταν το άγριο και τραχύ και δυνατό αυτό δάσος, που στο διαλογισμό ξαναγεννά το φόβο!
Πικρό τόσο, που η πίκρα είναι σχεδόν θανάτου.

Χρηστός Τσαπάλας 1932
Στα μέσα του στρατιού της ζωής μας σε ένα εβρέθηκα δρυμό σκοτεινιασμένο γιατί είχα τα ίσια βήματα χαμένα.
Ω, τι σκληρό να ειπείς τι το αγριεμένο δάσος αυτό, το αψύ, το ρωμαλέον, που ’χει στο νου το φόβο ανανεωμένο!
Τόσο πικρό, που λίγο ο χάρος πλέον.

Ανδρέας Ριζιώτης 2002
Στου δρόμου της ζωής τη μέση σε σκοτεινό βρέθηκα δάσος γιατί το μονοπάτι το σωστό είχα μπλέξει.
Αχ, πόσο δύσκολο να περιγράψω το άγριο, δύσβατο και πυκνό δάσος, που μόνο να το σκέφτομαι ξαναγεννά το φόβο!
Κι είχα μια πίκρα, απ’ του θανάτου πιο μικρή μια στάλα…

Άλλα ποιήματα που μπορεί να σας αρέσουν