Μπωντλαίρ, Σαρλ

Ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ (γαλλικά: Charles Pierre Baudelaire‎, Παρίσι, 9 Απριλίου 1821 – 31 Αυγούστου 1867) ήταν Γάλλος ποιητής, ένας από τους σημαντικότερους της γαλλικής λογοτεχνίας.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Μπωντλαίρ υπέστη δριμεία κριτική για τις συγγραφές του και τη θεματική του. Ελάχιστοι από τους σύγχρονούς του τον κατανόησαν. Στις 5 Ιουλίου 1857, η γαλλική εφημερίδα Le Figaro έγραφε σχετικά με την πρόσφατη εμφάνιση των Ανθέων του Κακού: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του κ. Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα, δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα — για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».

Ο Μπωντλαίρ σήμερα αναγνωρίζεται ως σημαντικός ποιητής της γαλλικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και συγκαταλέγεται μεταξύ των κλασικών. Χαρακτηριστικά, ο Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ τον αποκάλεσε «Δάντη μιας παρηκμασμένης εποχής».

Σε ολόκληρο το έργο του ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να ενυφάνει την ομορφιά με την κακία, τη βία με την ηδονή (Une martyre), καθώς και να καταδείξει τη μεταξύ τους σχέση. Παράλληλα με τη συγγραφή ποιημάτων σοβαρών (Semper Eadem) και σκανδαλιστικών για την εποχή (Delphine et Hippolyte), κατόρθωσε επίσης να εκφράσει τη μελαγχολία (Mœsta et errabunda) και τη νοσταλγία (L’ Invitation au voyage).

Η ποιητική τέχνη του

Απορρίπτοντας τις πλάνες του ρεαλισμού και της «τέχνης για την τέχνη», ο Μπωντλαίρ στοχεύει να κατακτήσει την θεμελιώδη αλήθεια, την κοσμική ανθρώπινη πραγματικότητα στις συμπαντικές διαστάσεις της. Γράφει στο Καλλιτεχνικό Σαλόνι του 1846: «Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία». Στο δε Καλλιτεχνικό Σαλόνι του 1859 προσθέτει: «Ο καλλιτέχνης—ο αληθινός καλλιτέχνης, ο αληθινός ποιητής—δεν πρέπει να ποιεί παρά μόνον όταν βλέπει και όταν ακούει. Πρέπει να είναι αληθινά πιστός στην φύση του». Με αυτόν τον τρόπο ο Μπωντλαίρ αρθρώνει την θεμελιώδη ανακάλυψη της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Γι’ αυτό και θεωρεί τη φαντασία «βασίλισσα όλων των προικισμάτων». Στην πραγματικότητα, η φαντασία υποκαθιστά «την παραδοσιακή μετάφραση της υλικής ζωής», υποκαθιστά την πράξη με το όνειρο. Η ποίηση έτσι ορισμένη εκφράζει σχεδόν κάθε μεταγενέστερο ποιητή. Ωστόσο, ο Μπωντλαίρ δεν βίωσε το έργο του, διότι για αυτόν η ζωή και η ποίηση ήταν πάντα μέχρι ενός σημείου ξεχωρισμένες. Αυτό που τόσο ο Μπωντλαίρ όσο και ο Στεφάν Μαλαρμέ όριζαν ως έργο τέχνης, οι Σουρρεαλιστές μετά τον Αρτούρ Ρεμπό ονόμαζαν έργο ζωής, θέλοντας να αλλάξουν την ζωή. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε και τον φόρο τιμής που απέτισε στον Μπωντλαίρ ο νεαρός Ρεμπό: «Ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός». Αρκεί να συγκρίνουμε αυτό το απόσπασμα του Μπωντλαίρ:

[…] ποιος δεν έχει βιώσει τούτες τις θαυμάσιες στιγμές, που είναι πραγματικές γιορτές του νου, κατά τις οποίες οι πιο άγρυπνες αισθήσεις συλλαμβάνουν τις πιο εκτυφλωτικές εντυπώσεις, όταν το γαλάζιο του ουρανού γίνεται πιο διάφανο και σε βυθίζει σε μια άβυσσο πιο απέρατη, όταν οι ήχοι αναβλύζουν μουσική, όταν τα χρώματα μιλούν και όταν τα αρώματα περιγράφουν ολόκληρους κόσμους ιδεών; Η ζωγραφική, λοιπόν, του Ντελακρουά για εμένα είναι η αποτύπωση αυτών των υπέροχων στιγμών του πνεύματος. Είναι επενδυμένη με τέτοια ένταση που το μεγαλείο της καθίσταται ασύγκριτο. Αποκαλύπτει τον υπερρεαλισμό, σαν να αντιλαμβάνεται την φύση μέσα από υπερευαίσθητες νευρικές απολήξεις.

με το παρακάτω απόσπασμα από το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού:

Το να υποβιβάσεις την φαντασία σε δουλεία, από την στιγμή που είναι η αιτία αυτού που πρόχειρα αποκαλούμε ευτυχία, ουσιαστικά σημαίνει το να απογυμνώνεσαι από όλα όσα έχεις στο βάθος του εαυτού σου—από την υπέρτατη δικαιοσύνη. Μόνον η φαντασία μπορεί να αποκαλύψει όσα δεν υπάρχουν κι όμως μπορούν να γίνουν και αυτό είναι αρκετό προκειμένου να φύγει λίγο πιο μακριά η φοβερή απαγόρευση για όσα δεν μπορούμε να έχουμε. Είναι αρκετά για να αφεθούμε σε αυτήν χωρίς να φοβόμαστε ότι θα μας προδώσει.

Έτσι, ο Υπερνατουραλισμός φέρει μέσα του το σπέρμα του έργου του Λωτρεαμόν, του Ρεμπώ και του ίδιου του Σουρεαλισμού.

Ο Μπωντλαίρ επιστράτευσε την περίφημη αυτή φόρμουλα που τόσο ταιριαστά περιγράφει την τέχνη του για να σχολιάσει την ζωγραφική του Ντελακρουά και το έργο του Θεοφίλου Γκωτιέ: «Ο έντεχνος χειρισμός της γλώσσας έγκειται στο να κατορθώνεις ένα είδος παρεμφατικής μαγείας. Μόνον έτσι μπορεί να μιλήσει το χρώμα σαν φωνή βαθιά και ζωηρή, μόνον έτσι μπορούν τα μνημεία να ξεχωρίσουν και να αναδυθούν από τα βάθη του χώρου, μόνον έτσι τα ζώα και τα φυτά, που αντιπροσωπεύουν την ασχήμια και την κακία, μπορούν να κάνουν σαφείς τους μορφασμούς τους, μόνον έτσι τα αρώματα προσκαλούν τις αντίστοιχές τους σκέψεις και αναμνήσεις, μόνον έτσι το πάθος ψιθυρίζει ή κραυγάζει στην γλώσσα που θα μας είναι αιώνια γνώριμη».

Μόνον ο Ζεράρ ντε Νερβάλ πριν από τον Μπωντλαίρ είχε κατορθώσει να καταγράψει ποίηση που δεν αποτελούσε λογοτεχνία. Απαλλαγμένη από το βάρος της λογικής, η ποίηση μπορεί ωστόσο να εντυπώσει το συναίσθημα μέσα από την βαναυσότητά της. Όντως, στα καλύτερα ποιήματά του ο Μπωντλαίρ διατηρεί από τον κλασικό στίχο μόνον την μουσικότητά του, προβαίνει σε τομές των στίχων και απορρίπτει τον υπερβολικά μηχανιστικό αλεξανδρινό στίχο. Το παράδειγμά του θα ακολουθήσουν αργότερα οι Πολ Βερλέν, Μαλαρμέ, Μωρίς Μαίτερλινκ. Εμπνευσμένος από την ανάγνωση του Gaspard de la Nuit του Aloysius Bertrand, ο οποίος πρώτος συνέθεσε ποιήματα σε πεζό, ο Μπωντλαίρ συγγράφει τα Μικρά Ποιήματα σε Πεζό και στον πρόλογο εξηγεί: «Και ποιος δεν έχει ονειρευτεί κατά τις φιλόδοξες μέρες του, το θαύμα μιας ποιητικής πρόζας, που να έχει μουσική χωρίς να έχει ρυθμό και ρίμα, που να είναι τόσο ευέλικτη και τόσο χτυπητή, ώστε να προσαρμόζεται στους λυρικούς λικνισμούς της ψυχής, στους κυματισμούς της ονειροπόλησης και στα τραντάγματα της συνείδησης;».

Κυριότερα έργα

  • Salons (1845, 1846, 1859)
  • La Fanfarlo (Η Φανφαρλό, 1847)
  • Du vin et du haschisch (Κρασί και χασίς, 1851)
  • L’art romantique (Η ρομαντική τέχνη, 1852)
  • Les Fleurs du mal (Τα Άνθη του Κακού, 1857)
  • Fusées (1867)
  • Les Paradis artificiels (Τεχνητοί παράδεισοι, 1860)
  • Réflexions sur quelques-uns de mes contemporains (Σκέψεις για κάποιους συγχρόνους μου, 1862)
  • Richard Wagner et Tannhaüser à Paris (1862)
  • Petits poèmes en prose ou Le Spleen de Paris (Μικρά ποιήματα σε πεζό ή Η μελαγχολία του Παρισιού, 1862 ― ελλην. μετάφρ. Στέργιος Βαρβαρούσης, “ΕΡΑΤΩ”
  • Le Peintre de la vie moderne (Ο ζωγράφος της σύγχρονης ζωής, 1863)
  • L’œuvre et la vie d’Eugène Delacroix (Το έργο και η ζωή του Ευγένιου Ντελακρουά, 1863)
  • Mon cœur mis à nu (Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη , 1864)
  • Curiosités esthétiques (Αισθητικά παράδοξα, 1868)
  • Journaux intimes (Απόκρυφα ημερολόγια, 1851-1862

Μεταφράσεις στα ελληνικά

  • Τα άνθη του κακού, μετάφραση Γεώργιος Σημηριώτης, Εκδόσεις Άγκυρα, 1917
  • Τα άνθη του κακού, μετάφραση Μανώλης Κανελλής, Εκδόσεις Ζηκάκη, 1928
  • Εικοσιδύο ποιήματα, μετάφραση Κλέων Παράσχος, Εκδόσεις Ζηκάκη, 1922 και -επαυξημένη- επανέκδοση ως «Εικοσιοχτώ ποιήματα», Εκδόσεις Πυρσός, 1940
  • Τα άνθη του κακού, «Τα απαγορευμένα ποιήματα», μετάφραση Ερρίκος Σοφράς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2009
  • Τα άνθη του κακού, μετάφραση Αθανάσιος Α. Τσακνάκης, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2016, 76 σελίδες
  • Τα άνθη του κακού, μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής, Εκδόσεις Gutenberg, 2018, 864 σελίδες
Spleen (III) (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης)Spleen (III) (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης)

Spleen (III) (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης)

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα, πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα γέρο, που τους παιδαγωγούς… Συνέχεια ποιήματος

Άλμπατρος (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Γιώργος Σημηριώτης)

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε, πιάνουνε τ' άλμπατρος – πουλιά της θάλασσας τρανά που ράθυμα, σαν σύντροφοι… Συνέχεια ποιήματος

Ένα ημισφαίριο στα μαλλιά (Σαρλ Μπωντλαίρ, μετάφραση: Νίκος Σπάνιας)

Άσε με ν’ αναπνεύσω ώρα πολλή, πολλή, το μύρο των μαλλιών σου, να βυθίσω όλο το πρόσωπό μου σαν άνθρωπος… Συνέχεια ποιήματος

Η εξομολόγηση του καλλιτέχνη (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Ιωάννα Ευσταθιάδη-Λάππα)

Πόσο αισθητό είναι το τέλος των ημερών του φθινοπώρου! Αχ! διαπεραστικό μέχρι τα κόκαλα! κι αυτό, γιατί υπάρχουν μερικοί γλυκύτατοι… Συνέχεια ποιήματος

Μεθύστε (Σαρλ Μπωντλαίρ)

Πρέπει να 'σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να μη νιώθετε το φριχτό… Συνέχεια ποιήματος

Μεταθανάτια τύψη (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Γιώργος Σημηριώτης)

Όταν, ω σκοτεινή ομορφιά, κλειστά θα ’χεις τα μάτια στο μνήμα με τ’ ολόμαυρο το μάρμαρο φτιασμένο, Περισσότερα Συνέχεια ποιήματος

Οι μεταμορφώσεις της αιματορουφήχτρας (Σαρλ Μπωντλαίρ | μετάφραση: Γιώργος Σημηριώτης)

Τότε η γυναίκα με τ’ αβρά χείλη τα φραουλένια σα φίδι από σε κάρβουνα άναφτα στριφογυρνώντας, και μέσα στο στηθόδεσμο… Συνέχεια ποιήματος

Σαρλ Μπωντλαίρ, Η σούπα και τα σύννεφα (μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής)

Το νόστιμο μικρό τρελό μου μ' είχε καλέσει για δείπνο, κι απ' τ' ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας αγνάντευα τις κινούμενες… Συνέχεια ποιήματος

Στη μία μετά τα μεσάνυχτα (Σαρλ Μπωντλαίρ, μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής)

Επιτέλους! Μόνος! Δεν ακούγεται πια παρά ο ήχος από τις λιγοστές αργοπορημένες και κατάκοπες άμαξες στο βάθος της νύχτας. Για… Συνέχεια ποιήματος

Το σκυλί και το φιαλίδιο (Σαρλ Μπωντλαίρ, μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής)

«– Όμορφό μου σκυλάκι, καλό μου σκυλάκι, αγαπημένο μου ζουζουνάκι, πλησίασε κι έλα να οσμιστείς ένα εξαίσιο μύρο που αγόρασα… Συνέχεια ποιήματος