Ο ποιητής (Άρης Δικταίος)

Μαντευμάτων τε θεσπεσίων δοτήρα…
Πίνδαρος

Εδώ ’ναι ένας που τραγούδησε
τέτοιο Ιούλιο μήνα διψασμένο,
δίψασε την οικειότητα με τον εαυτό του,
τον γύρεψε μέσα στον άνεμο,
τον κυνήγησε πάνω στη θάλασσα.

Εδώ ’ναι ένας άνθρωπος απαρηγόρητος,
γιατί η θάλασσα τρικύμιζε άλλοτε μέσα του,
γιατί ο άνεμος έπαιζε άλλοτε μέσα του·
τώρα, έχασε τον εαυτό του στο δάσος των πιθήκων,
έχασε τον εαυτό στο δάσος των πιδάκων,
τον εαυτό του στο δάσος των υλακών.

Είδε τον ήλιο να βγαίνη από τη δύση,
τον ουρανό κάτω απ’ τα πόδια του,
τους ζωντανούς να κατεβαίνουν στους τάφους,
τους πεθαμένους να κυβερνούνε τον κόσμο.
Πλήρωσε τη σοφία του οράματός του με τον εαυτό του,
διαλύοντας τον επάνω σε φαντάσματα και εικόνες.

Εδώ ’ναι ένας άνθρωπος απαρηγόρητος που θυμάται:
ένα νησί τον φυλάκισε μ’ ένα υδάτινο κύκλο,
ένα ερείπιο πολιτείας παλιάς τον δίδαξε:
έμαθε πως αν έχεις μνήμη, κερδίζεις την ειρήνη,
αν τραγουδάς, κέρδισες τον χρόνο,
μα δεν είχε καιρό να κερδίσει τον εαυτό του.

Εδώ ‘ναι ένας άνθρωπος που τραγουδά και θυμάται·
ξέρει, δεν ξέρει, ζει, δεν ζει, πέθανε, δεν πέθανε…
Το διάστημα, από το παρελθόν στο μέλλον, τον τεμάχισε
κ’ είδε μια σκάλα να ενώνει τη γη με τον ουρανό,
κ’ εκεί, στο τέταρτο σκαλοπάτι, κάθησε απαρηγόρητος.

Εδώ ’ναι ένας άνθρωπος απελπισμένος που τραγούδησε:
είδε, δεν είδε, ζει, δεν ζει, πέθανε, δεν πέθανε…

Σχόλια